Playmakers… υπάρχουν!

Ο Κωνσταντίνος Πανάς… ξεψαχνίζει την αγορά και προτείνει δύο παίκτες που θα μπορούσαν να απασχολήσουν τον Παναθηναϊκό το προσεχές καλοκαίρι. Στο μικροσκόπιο οι Τζόρνταν Θίοντορ και Στέφαν Μάρκοβιτς.

Όπως και πέρυσι έκανα πρόωρες προτάσεις με τους Κεμ Μπιρτς και Ζακ Όγκαστ στο προσκήνιο, έτσι και φέτος θα κάνω κάτι ανάλογο προτού ξεκινήσουν οι ημιτελικοί του ελληνικού πρωταθλήματος.

ARIEL PODS 1+1 ΔΩΡΟ ΓΙΑ ΛΙΓΕΣ ΜΟΝΟ ΜΕΡΕΣ! Αγόρασε τώρα!

Αυτή τη φορά όμως σε άλλη θέση, σ’ αυτή που κατ’ εμέ δημιουργεί τεράστια προβλήματα στον Παναθηναϊκό, καθώς μετά την αποχώρηση του εμβληματικού αρχηγού του δεν υπήρξε κάποιος που να τη συμπληρώσει ή να την αναπληρώσει αναλόγως. Και εδώ που τα λέμε, παίκτες τύπου Διαμαντίδη δεν υπάρχουν στην Ευρώπη, τουλάχιστον όχι με μικρό κόστος. Ο Νικ Καλάθης φάνηκε ότι δεν μπορεί να ηγηθεί είτε για ψυχολογικούς, είτε για αγωνιστικούς λόγους και ο Μάικ Τζέιμς δεν κολλάει ή καλύτερα δεν κολλούσε εξ’ αρχής στο παιχνίδι του Τσάβι Πασκουάλ, ενώ όσοι γράφαμε ότι θα ήταν καλύτερο να πλαισιωθεί ο Νικ με παίκτες όπως ο Γκρέιντζερ ή ο Ρένφρο, μάλλον δικαιωθήκαμε. Εν μέρει βέβαια, καθώς δεν θέλει και πολύ να μας κλείσει τα στόματα ο Καταλανός και να φέρει την κούπα στο ΟΑΚΑ, έπειτα από δύο χρόνια.

Η μεταγραφολογία λοιπόν, έχει ξεκινήσει εδώ και αρκετό καιρό και εγώ προσωπικά ήμουν στο ψάξιμο σχετικά με τους παίκτες που θα πρότεινα για την φετινή σεζόν, έχοντας σημειώσει αρκετούς στη λίστα μου. Παρόλα αυτά, δεν μπορούν όλοι να ανταποκριθούν σε αυτό το επίπεδο και εννοείται πως ακόμη και οι προτάσεις που κάνω, ίσως να μην καταφέρουν ποτέ να φτάσουν ψηλά. Ως τώρα πάντως, οι Γουαναμέικερ και Μοερμάν ανήκουν στην Νταρουσάφακα, ο Μπιρτς στον Ολυμπιακό και το τελευταίο δυνατό χτύπημα ήταν ο Γιάνις Τίμα (που ετοιμάζει τις βαλίτσες του για τη Μπασκόνια), ο οποίος με χαροποίησε ιδιαίτερα, γιατί δέχθηκα… πυρά όταν τον πρότεινα όντας παίκτης Εurocup.

Οι προτάσεις

Πάμε λοιπόν στο «ψητό”. Τζόρνταν Θίοντορ και Στέφαν Μάρκοβιτς. Δύο pass first point guards που έχουν φτάσει σε ικανοποιητικό επίπεδο. Ο δεύτερος, συγκεκριμένα, δεν έκανε απλά το step up, αλλά η σεζόν που πραγματοποίησε σε Ευρώπη και Ρωσία τον ανέβασαν στο μπασκετικό χρηματιστήριο κατά πολύ. Φυσικά, όλοι θυμάστε εκείνο το αμούστακο παιδί της Βαλένθια ή καλύτερα της Μάλαγα, που πέρασε και δεν ακούμπησε. Αλλά θα ήθελα πρώτα να ξεκινήσω από τον Αμερικανό από το Νιού Τζέρσεϊ, καθώς σχηματίστηκε τεράστιος ντόρος γύρω από το όνομα του.

Τις τελευταίες μέρες δέχθηκα πληθώρα μηνυμάτων για να προτείνω τον συγκεκριμένο παίκτη στους «πράσινους», αλλά σίγουρα ήταν κάτι που είχα στο μυαλό μου με πολλούς ενδοιασμούς. Γιατί αυτό; Γιατί φυσικά μιλάμε για το μπασκετικό Champions League και την 3η πιο δυνατή διοργάνωση στην Ευρώπη. Την 3η με ότι συνεπάγεται αυτό! Αλλά μην ξεχνάτε σε πιο εγχώριο πρωτάθλημα αγωνίζεται και τι έχει καταφέρει με την Μπάνβιτ φέτος. Το τουρκικό πρωτάθλημα είναι από τα πλέον ανταγωνιστικά στην Ευρώπη, γι’ αυτό κάθε παίκτης που πετυχαίνει κάτι αξιοσημείωτο δεν μπορεί παρά να «χτυπήσει” στο μάτι του θεατή και ο Θίοντορ με τις εμφανίσεις του σίγουρα το έκανε. Έχει όμως αδυναμίες, όπως και ο Μάρκοβιτς.

Αρχικά, σε καμία περίπτωση δεν προτείνω και τους δύο μαζί, γιατί θα επαναληφθεί η φετινή σεζόν σε χειρότερο βαθμό. Ο Θίοντορ θα μπορούσε να κολλήσει και ως αντι-Καλάθης και ως αντι-Τζέιμς, δεν ξέρω αν θα μπορούσε και με τους δύο μαζί και αυτοί είναι λίγοι από τους ενδοιασμούς μου. Από την άλλη, ο Μάρκοβιτς έχει ξεφύγει από facilitator G και είναι έτοιμος για starting PG ακόμη και σε franchise οργανισμούς. Οπότε δεν θα κολλούσε σε καμία περίπτωση μαζί με τον Καλάθη. Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, οι παίκτες που προτείνω έχουν κοινά στοιχεία με τους ήδη υπάρχοντες, αλλά σαφώς σε πολύ πιο οικονομική κατάσταση. Άρα για να μπορούμε να πούμε ότι κάποιος εξ’ αυτών θα απασχολήσει, θα πρέπει να μείνει κάποιο κενό το επόμενο καλοκαίρι. Δυστυχώς ή ευτυχώς, αλλαγές θα έχουμε… Ο νοών νοείτο.

? Τζόρνταν Θίοντορ

Γεννημένος το Δεκέμβρη του 1989, ο Αμερικανός πόιντ γκαρντ έκανε το step up φέτος αγωνιζόμενος στην Μπανβιτ, κερδίζοντας τον μοναδικό τίτλο στην ιστορία της – όντας και MVP – και αναδεικνύοντας το ταλέντο του σε όλη την Ευρώπη. Μην ξεχνάμε πως η Μπανβιτς ανέκαθεν ανέβαζε τα status των παικτών της από την εποχή που ανέλαβε ο Δημήτρης Ιτούδης. Η περίπτωσή του μου θυμίζει αρκετά αυτή του Ρίκι Χίκμαν, κυρίως γιατί και εκείνος μέχρι την Μακάμπι περιπλανιόταν σε… «γκαρσονιέρες” της Ευρώπης έως ότου φτάσει στη… «μεζονέτα” των Ισραηλινών και έπειτα της Φενέρ του Ομπράντοβιτς.

Αυτό που τον χαρακτηρίζει είναι η αίσθηση για το παιχνίδι και το court vision που είναι επιπέδου Euroleague. Είναι σίγουρα από τους λίγους Αμερικανούς γκαρντ που δεν επιβιώνουν στα μέρη μας χάρη στα αθλητικά τους προσόντα, αλλά χάρη στο μυαλό τους (βλ. Χάμοντς, Κούπερ κλπ). Για να μην παρεξηγηθώ βέβαια, ξεπερνάει κατά πολύ και τους δύο προαναφερθέντες σε athleticism, κυρίως στα χρόνια του στο κολέγιο.

Αυτό που κάνει αμέσως αίσθηση στον Θίοντορ είναι τα playmaking skills που διαθέτει. Είχε εξαιρετικές συνεργασίες με Κούλιγ στο pop out και τον Βίνμαρ σε roll in, ενώ έχει την δυνατότητα να μοιράζει την μπάλα σε σωστό χρόνο στην weak side και στα

Baseline cuts. Βλέπετε, είναι ένα κλασσικό Αμερικάνικο point guard παλιάς κοπής. Επίθεση μέσα από pick-n-roll κατά βάση, πίεση στην άμυνα και πρωτοβουλίες όταν η μπάλα καίει (βλ. τελικό με Μπεσίκτας, στους «16” απέναντι στην EWE κλπ). Αυτό που με κρατάει ζεστό στον παίκτη Θίοντορ είναι ότι ανέβασε τους μέσους όρους του παίζοντας για καλύτερη ομάδα και κυρίως στις ασσίστ δεν ξεπερνούσε τις 4 κατά μέσο όρο στις προηγούμενες ομάδες του. Οπότε, αυτό δείχνει ότι μπορεί να είναι λειτουργικός με καλύτερους συμπαίκτες κοντά του και να δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις συνεργασίες δίπλα τους.

Πάμε να σταθούμε λίγο στο κομμάτι του playmaking. Το σημαντικότερο για ένα καλό πόιντ γκαρντ σε υψηλό επίπεδο είναι να μπορεί να μην γίνεται προβλέψιμος. Αν υπάρχει μονοδιάστατος τρόπος να κόψεις το pick-n-roll από ένα playmaker, τότε είναι κακός playmaker. Αν δεν μπορεί να βρει λύσεις απέναντι σε οποιαδήποτε άμυνα και κολλάει με συγκεκριμένο αμυντικό τρόπο, τότε δεν μπορεί να θεωρείται υψηλού επιπέδου παίκτης. Αυτό λοιπόν μου αρέσει στον Αμερικανό. Μπορεί να απειλήσει και μετά από ντρίμπλα, και να πασάρει ιδανικά και να ολοκληρώσει με drive. Θυμάμαι χαρακτηριστικά παιχνίδι με την Όλντεμπουργκ, όπου ξεκίνησαν με:

➡️ red – blitz (=παγίδα), ώστε να φύγει η μπάλα από τα χέρια του, αλλά κατάφερε να διεμβολιστεί ανάμεσα τους μόλις βρήκε το κενό χώρο.

➡️ Στη συνέχεια με under (=κάτω από το σκριν), επειδή δεν είναι καλός σουτέρ, αλλά εκείνος ενώ ηττήθηκε τις πρώτες δύο φορές παίρνοντας το μακρινό σουτ, στη συνέχεια ευστόχησε σε ένα τρίποντο, ενώ χάρη στα re-pick έφτανε σε drive ή δημιουργία.

➡️ Έτσι έφτασαν να προσπαθούν να τον παίζουν ice (=μπροστά από το σκριν, σχεδόν deny), αλλά ο ίδιος λειτουργώντας γρήγορα εκτελούσε από την περίμετρο για να τους οδηγήσει και σε:

➡️ Shadow (=πίσω από τον παίκτη), με τον ίδιο επιτυχημένα να φτάνει σε drive ή δημιουργία.

Το να μπορεί, λοιπόν, ο εκάστοτε πόιντ γκαρντ να μην είναι μονοδιάστατος, τον κάνει θελκτικό στα μάτια μου. Αναφορικά με την πάσα του, διαθέτει πολύ υψηλό IQ με ικανότητα να βλέπει πάσα ακόμη και στον αέρα (μεγίστη αρετή). Το δυνατότερο σημείο του είναι οι πάσες μέσα από το dive του ψηλού, άλλες φορές σε πρώτο χρόνο, χωρίς καν να κάνει ντρίμπλα, και άλλες φορές κάνοντας μια ντρίμπλα. Ο Θίοντορ δημιουργεί και μέσα από drive ‘n dish, δηλαδή μπορεί να έχει περάσει τον προσωπικό του και να έχει φτάσει μια ανάσα από το καλάθι, αλλά αυτός αρέσκεται σε δημιουργία ακόμη και τότε. Και αξίζει να σημειωθεί ότι οι φορές που οργανώνει μέσα από drive ‘n dish εντοπίζονται κυρίως όταν δεν εμπλέκει pick στην κατάσταση και πηγαίνει σε απομόνωση, είτε επειδή οι αντίπαλοι έπαιξαν αλλαγές, είτε επειδή νιώθει πολύ σίγουρος για τα slashing skills (=διείσδυση) του.

Το athleticism του κυμαίνεται σε μέτριο βαθμό. Έχει καλούς ώμους, αλλά χρειάζεται δουλειά στο upper body, καθώς έδειξε σημάδια αστάθειας στην επαφή, τόσο κάτω από πίεση, όσο και ως finisher. Σίγουρα το low point είναι το ύψος του. Δεν ξεπερνάει τα 183 εκατοστά και σίγουρα γι’ αυτό το μέγεθος θα έπρεπε να έχει αναπτύξει καλύτερα το περιφερειακό του παιχνίδι. Βέβαια, αν είχε ένα εκ των  στοιχείων της αθλητικότητας, του καλύτερο σουτ ή του ύψους, δεν θα έπαιζε στην Ευρώπη ή σωστοτερα στη Μπάνβιτ.

Το ball handling του είναι σε καλό επίπεδο. Ικανός να κατεβάσει την μπάλα χωρίς πρόβλημα και δεν του αρέσει να γίνεται φαντεζί ή κουραστικός με την ντρίμπλα του. Κάνει τα βασικά. Βέβαια, αυτό που παρατήρησα είναι ότι όταν κουράζεται, εξαιτίας του χαμηλού βαθμού αθλητικότητας, φθείρεται από την επαφή και ορισμένες φορές λειτουργεί απερίσκεπτα ή οδηγείται σε λάθος (βλ. παιχνίδι με Άρη). Γι’ αυτό, αρκετές φορές o Φιλιπόβσκι έβαζε έναν ball mover δίπλα του, ώστε να τον αποφορτίσει.

ARIEL PODS 1+1 ΔΩΡΟ ΓΙΑ ΛΙΓΕΣ ΜΟΝΟ ΜΕΡΕΣ! Αγόρασε τώρα!

Αμυντικά ο Θίοντορ δεν έχει φτάσει ακόμη το peak του. Μιλάμε για αρκετά γυμνασμένο lower body, με δυνατότητα να χαμηλώσει αρκετά καλά. Έχει την δυνατότητα να πιέσει τον αντίπαλο γκαρντ 4/4 χάρη στο χαμήλωμα, στο καλό γλίστρημα και φυσικά στα γρήγορα χέρια. Πιέζει πολύ καλά την μπάλα και πολύ έξυπνα! Πάντως, χάνει αρκετά σε πλευρική ταχύτητα και θα δείτε ότι σε περίπτωση που χάσει τον προσωπικό του θα προσπαθήσει να κλέψει. Αυτό βέβαια εξαρτάται κι από τη θέση. Αντιμετώπιζε αρκετά καλά τα σκριν όταν επρόκειτο να παίξει blue και πίεζε την μπάλα στο κέντρο, αλλά έδειξε σημάδια αδυναμίας απέναντι στην close out στις 45 μοίρες. Είναι αρκετά καλός «κλέφτης” πάντως, χάρη στο μυαλό του.

Το σουτ είναι κάτι που αποτελεί το μελανότερο σημείο στον παίκτη, αλλά είπαμε, αν είχε πιο σταθερό σουτ δεν θα ήταν εδώ. Θεωρώ ότι χάνει αρκετά στην ισορροπία και στο πέλμα του. Ο τρόπος που πατάει. Είχα παρακολουθήσει ένα σεμινάριο που μιλούσε για lack of balance και τι συνέπειες προκαλεί. Δεν είναι μόνο τα σουτ που δυσκολεύει το πάτημα, αλλά και τα τελειώματα. Το σημαντικό για τον Θίοντορ είναι ότι μπορεί να εκτελέσει και μετά από ντρίμπλα, αλλά και μέσα από spot up καταστάσεις. Συνήθως, ο ίδιος εκτελεί σε πρώτο χρόνο μετά από ντρίμπλα. Αναφορικά με την τεχνική του, στηρίζεται στο πάτημα του, και ξανά λέω, θεωρώ ότι η αστάθειά του οφείλεται στην ισορροπία και στο πέλμα του. Αν είχε την δυνατότητα να κάνει μόνο αυτό, δηλαδή να σηκώνεται και να εκτελεί, ίσως να το έκανε με μεγαλύτερη συνέπεια. Εκτελεί περίπου 3.8 τρίποντα ανά παιχνίδι. Εκτελεί πολύ γρήγορα και μόλις φτάσει η μπάλα στην δική του κατακόρυφο, ελαφρώς πιο πάνω δηλαδή από το μέτωπο. Η εκτέλεσή του θυμίζει αρκετά του Χίκμαν, όχι με τόσο άλμα και με καλύτερη απόσταση ανάμεσα στα γόνατα του.

Διαθέτει πολύ καλό πρώτο βήμα και είναι για μένα ο σημαντικότερος παράγοντας στην επίθεσή του. Δεν είναι μακρύ, αλλά είναι πολύ εκρηκτικό και αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα. Τέτοιου είδους παίκτες τους αποκαλούν speedster (βλ. Λάρκιν, Ντίξον) εξαιτίας της απαράμιλλης ταχύτητας που αναπτύσσουν μετά την πρώτη ντρίμπλα. Εδώ είναι θεμιτό να σημειώσουμε ότι ο παίκτης είναι γρήγορος, αλλά σε καμία περίπτωση σε σύγκριση με παίκτες όπως οι προαναφερθέντες. Ούτε φτεροπόδαρος, όπως ο Χίκμαν, αλλά το πρώτο του βήμα είναι πράγματι εξαιρετικό.

Αυτό που τον κάνει εντυπωσιακό είναι το μυαλό του και το διάβασμα της φάσης. Δεν θα εκβιάσει καταστάσεις εύκολα, αν και του αρέσει να παίρνει τις τελευταίες επιθέσεις και ήταν ιδιαίτερα clutch για την ομάδα φέτος. Του αρέσει να παίρνει πρωτοβουλίες. Ακόμη, είναι πολύ καλός στο transition, τόσο στο να πηγαίνει coast to coast, όσο και να δημιουργεί.

Πάμε όμως και στο ιδιαίτερο αρνητικό του, ώστε να ολοκληρώσουμε την ανάλυση. Το αριστερό του χέρι. Πραγματικά, ο Θίοντορ θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αξιοζήλευτο finisher, παρόλα αυτά δεν έχω παρακολουθήσει παίκτη τέτοιου επιπέδου να χρησιμοποιεί μονάχα το δεξί του χέρι για να τελειώσει την φάση. Παρόλα αυτά και ενώ δεν του έχει δημιουργήσει ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς το δεξί του χέρι και ο τρόπος που προστατεύει την μπάλα για να πάει στο reverse είναι ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ, θεωρώ ότι του δημιουργεί μια επιπρόσθετη αδυναμία βάσει ύψους. Το αριστερό του χέρι δεν το εμπιστεύεται ούτε για πάσα. Χρησιμοποιεί σε τεράστιο βαθμό το δεξί, αλλά το κάνει ιδιαίτερα επιτυχημένα γι’ αυτό και αναφέρω πως έχει χρησιμοποιήσει αυτή την αδυναμία προς όφελος του. Ενώ οι περισσότεροι προπονητές τον αντιμετωπίζουν με side (ή under), ώστε να τον οδηγούν στο αδύναμο χέρι, αυτός χρησιμοποιεί τόσο καλά το δεξί και στην πάσα και στο τελείωμα, που δεν του προξενήθηκαν μεγάλα προβλήματα τόσο στην Τουρκία, όσο και στην Ευρώπη.

Ως τώρα αποτελεί πρώτο στόχο για την Αρμάνι Μιλάνο, ενώ φημολογείται πως στο παιχνίδι έχει μπει ή θα μπει γερά ο «Ζοτς” μετά το Final 4.

Στέφαν Μάρκοβιτς

Πάμε και σε έναn Σέρβο που αναμένεται να απασχολήσει πολλές ομάδες στο φετινό μεταγραφικό παζάρι. Μιλάμε φυσικά για τον Στέφαν Μάρκοβιτς της Ζενίτ, που πραγματοποιεί την καλύτερη και παραγωγικότερη σεζόν της καριέρας του.

Γεννημένος το 1988, όντας παίκτης 29 ετών και ύψους 1.96, ο Μάρκοβιτς μπορεί πλέον να περιμένει αυτό το καλοκαίρι την επάνοδό του στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι αύξησε τους αριθμούς του, αλλά έβαλε κιλά στο upper body (περίπου 99 κιλά ζυγίζει ο παίκτης), είναι πιο έμπειρος από ποτέ και φυσικά δούλεψε τα πόδια του. Κατ’ εμέ, η κύρια πληγή του. Μαζί με αυτό βελτίωσε αισθητά τους αριθμούς του από την περιφέρεια, γι’ αυτό και ανέβηκε επίπεδο.

Αυτό που με προβληματίζει λίγο είναι η ψυχολογία του παίκτη σε αυτή την ηλικία, που μοιάζει να έχει… «ταβανιάσει” πολύ νωρίς ή να μην περίμενε και ο ίδιος ότι θα κάνει τέτοια χρονιά. Σε συνέντευξή του, ο ίδιος είπε ότι δεν θα συμμετάσχει φέτος στην Εθνική Σερβίας, γιατί υπάρχει μεγάλο ταλέντο εκεί έξω που μπορεί να παλέψει για το χρυσό. Όταν δέχθηκε πρόταση από την Μπαρτσελόνα το χειμώνα, ο ίδιος φημολογείται ότι δεν είχε καμία όρεξη να αφήσει το περιβάλλον στο οποίο ένιωθε ασφάλεια, αυτό της Ζενίτ. Κάτι τέτοιο λοιπόν μου δείχνει έναν άνθρωπο ο οποίος νιώθει ανασφαλής σε κλαμπ μεγαλύτερου βεληνεκούς και ενώ τα νούμερά του φωνάζουν Euroleague, αυτός επιμένει να μην θέλει να βοηθήσει τη χώρα του, αγωνιζόμενος παράλληλα σε ομάδα Eurocup.

Βέβαια, όχι ότι δεν θέλει να βοηθήσει την χώρα του, αλλά δείχνει ότι είναι βολεμένος στις μικρότερες ομάδες και ίσως φοβηθεί το step up. Ωστόσο, όλα στην θεωρία βασίζονται, γιατί όπως γράφεται η ΤΣΣΚΑ του έχει προτείνει συμβόλαιο 1 εκατομμυρίου ευρώ!

Πάμε όμως σε αυτά που μετράνε. Αυτό που πρέπει να θυμάστε από τον Στέφαν Μάρκοβιτς είναι το war mentality που τον συνοδεύει από την Χέμοφαρμ και που τον οδήγησε γρήγορα στην Ιταλία και την Ισπανία. Μιλάμε για παίκτη που για τον ίδιο δεν μοιάζει τίποτα αδύνατο. Κάθε οδηγία του προπονητή είναι μια αποστολή γι’ αυτόν και θα κάνει ότι περνάει από τα χέρια, τα πόδια και το σώμα του για να την φέρει εις πέρας. Πάντα θυσίαζε το κορμί του για το καλό του συνόλου και ποτέ δεν γκρίνιαξε, ούτε το κάνει! Διαθέτει intangibles σε υψηλό βαθμό, θα βουτήξει για μπάλες, θα κρατήσει ενωμένη την ομάδα, θα πάρει ένα σουτ λιγότερο, αρκεί να κερδίσει η ομάδα του. Για τον Μάρκοβιτς το σύνολο είναι πάνω από αυτόν και δεν είναι παρά ένας πιστός στρατιώτης, ο οποίος προσπαθεί να δίνει και την ψυχή του στο παρκέ. Το «φονικό σκυλί» του Σάσα Τζόρτζεβιτς, που πολλές φορές τον έβγαζε ασπροπρόσωπο.

Πάμε στα playmaking skills. Είναι παίκτης που σε όλη του την καριέρα δρούσε ως facilitator στις μεγάλες ομάδες που αγωνίστηκε. Δεύτερος οργανωτής με αμυντικές ικανότητες και ψυχικά αποθέματα ίσα με δέκα παίκτες. Ιδανικός. Ωστόσο, ο Μάρκοβιτς ανήκει ήδη στο Top-5 των πασέρ στην αδύναμη πλευρά (εξαιρετικοί οι Σπανούλης, Γουαναμέικερ, Στρέλνιεκς και φυσικά Τεόντοσιτς). Είναι χαρισματικός ο τρόπος που βρίσκει την πάσα στην αδύναμη πλευρά με ακρίβεια για spot up. Τεράστιος αριθμός ασσίστ από πάσες στην αδύναμη πλευρά, με Τούλσον και Καράσεβ να έχουν την τιμητική τους.

Προγνωστικά στοιχήματος από το Νο.1 site προβλέψεων στην Ελλάδα!

Είναι πολύ δύσκολο να δημιουργήσεις προϋποθέσεις για spot up, αλλά όταν μιλάμε για τον Μάρκοβιτς, που μπορεί να πασάρει ιδανικά και με τα δύο χέρια και συγκεκριμένα πολύ καλά στους ψηλούς ή στην baseline, τότε κάποιος θα την πληρώσει. Βλέπετε, πρώτα προκαλεί ρήγμα και μετά δημιουργεί. Και πλέον το κάνει καλύτερα από ποτέ. Τα πόδια του είναι πολύ δουλεμένα φέτος και αυτό φαίνεται σε πολλούς τομείς. Στο transition του αρέσει να τρέχει ελεγχόμενα και δεν πρόκειται να πασάρει αν δεν είναι σίγουρος ότι θα δημιουργήσει προϋποθέσεις για σκορ, είτε του ίδιου, είτε συμπαίκτη του.

Αναφορικά με το σουτ, που ήταν η μεγαλύτερη πληγή του, είναι ακόμη ασταθής, αλλά σαφώς πολύ βελτιωμένος σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η μηχανική του είναι εξαιρετική και στηρίζεται περισσότερο στο σπάσιμο του καρπού και στην απελευθέρωση, παρά στο πάτημα. Δεν χρησιμοποιεί ιδιαίτερα το άλμα, αλλά ξεπερνάει στο ελάχιστο τα set shot, εκείνα δηλαδή που στηρίζονται καθαρά στο λύγισμα του γονάτου (βλ. Καλάθη). Εκτελεί πολύ ψηλότερα από το μέτωπο και η αλήθεια είναι ότι η απελευθέρωσή του έγινε αρκετά πιο γρήγορα σε σχέση με παλαιότερα. Μετά την εκτέλεση, τα πόδια φεύγουν ελαφρώς μπροστά και κάνει follow through, καθώς κρατάει το χέρι στην κατακόρυφο για καλύτερη ευθυγράμμιση, έτσι ώστε για να καταπολεμήσει τους κραδασμούς που ενδεχομένως θα χαλούσαν την δυναμική του σουτ. Εκτελεί με πολύ καλά νούμερα φέτος πίσω από το pick-n-roll, ενώ κάποτε δίσταζε ή απλά πάσαρε.

Πλέον, όντας ικανός να εκτελέσει από την περιφέρεια, γίνεται αυτομάτως καλύτερος πασέρ!

Αμυντικά, ο Μάρκοβιτς μπορεί να σε «πεθάνει” από την πίεση. Πολύ σκληρός, υπέρ του δέοντος μαχητικός και δεν θέλει να χάνει. Πραγματικό «πίτμπουλ». Τα γλιστρήματά του είναι σε πολύ καλό επίπεδο και πλέον διαθέτει τα πόδια να μείνει πιο κοντά στον αντίπαλο του. Μελανό σημείο εδώ είναι η πλευρική ταχύτητα. Πολύ έξυπνος κλέφτης, βάζει καλά τα χέρια του.

Η ντρίμπλα του δεν έχει κάτι το αξιοσημείωτο. Είναι πολλή δυνατή και προστατεύει καλά την μπάλα, δεν του αρέσει να περιττεύει και σε αντίθεση με τον Θίοντορ, δύσκολα θα πας για κλέψιμο πάνω του. Δεν χρησιμοποιεί πολλές αλλαγές κατευθύνσεων, ούτε είναι από τους παίκτες με την απίστευτη εκρηκτικότητα. Αντιθέτως, μπορεί να έχει αντίπαλο κολλημένο πάνω του και πάλι να καταφέρει να σκοράρει. Αυτό, γιατί έχει δουλέψει πολύ το σώμα του και το χρησιμοποιεί και πιο σωστά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Πάντως, όταν βρίσκει διάδρομο και κολλάει, η αγαπημένη του κίνηση είναι το Olajuwon fake (εκτείνει το εσωτερικό χέρι και γυρίζει με μετωπιαίο πίβοτ. Ο Χακίμ Ολάζουον χρησιμοποίησε το διπλό fake απέναντι στον Ντέιβιντ Ρόμπινσον. Ο Μάρκοβιτς αρέσκεται σε μονό fake). Από εκεί και πέρα είτε θα εκτελέσει, είτε θα οργανώσει. Είναι αρκετά καλός finisher και με τα δύο χέρια.

Ο Μάρκοβιτς διαθέτει υψηλό IQ και ηγετικές ικανότητες που τις έφτασε στο κατακόρυφο φέτος με την άνοδο του περιφερειακού σουτ. Τα quarterback χαρακτηριστικά έμειναν ίδια όπως και παλιά και πλέον έχει δημιουργήσει το ιδανικό πακέτο για να επιστρέψει στην Euroleague πιο δυνατός από ποτέ, ίσως αντικαθιστώντας κάποιον άλλο Σέρβο σε κλαμπ υψηλής φήμης.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ